Η Επιστροφή των Θεών-Φαντασμάτων: Η Ψυχολογία της Δαιμονικής Κατοχής στον Σύγχρονο Κόσμο

Η Επιστροφή των Θεών-Φαντασμάτων: Η Ψυχολογία της Δαιμονικής Κατοχής στον Σύγχρονο Κόσμο

 

Image

Δεν είναι λίγα τα βράδια που ξενυχτώ για να διαβάζω και να γραφώ και μέσα σε ένα τέτοιο βράδυ μου ήρθε στο μυαλό κάτι από τον Γιουνγκ που έκανε αναφορές για  τον δαίμονα και ο άνθρωπο. Εκείνο όμως που έχει σημασία για το συγκεκριμένο θέμα είναι πως ο σύγχρονος άνθρωπος πάσχει από μια θανάσιμη ύβρη: Πιστεύει πως επειδή κατάφερε να χαρτογραφήσει το γονιδίωμα και να στείλει μηχανές στα άστρα, κατάφερε ταυτόχρονα να δαμάσει και το χάος της ψυχής του. Κοιτάζουμε με περιφρόνηση τους προγόνους μας, εκείνους τους «πρωτόγονους» που έτρεμαν τις σκιές του δάσους και προσεύχονταν σε πέτρινα είδωλα για να εξευμενίσουν τους δαίμονες. Τους θεωρούμε δεισιδαίμονες, παιδιά μιας νηπιακής εποχής της ανθρωπότητας.

Όμως, η αλήθεια που μας κρύβει ο Γιουνγκ είναι πολύ πιο σκοτεινή: Οι δαίμονες δεν εξαφανίστηκαν ποτέ. Απλώς άλλαξαν ονόματα. Εκεί που ο αρχαίος άνθρωπος έβλεπε ένα κακό πνεύμα, εμείς βλέπουμε μια «ιδεολογία», μια «ψυχική διαταραχή», μια «κοινωνική αναγκαιότητα» ή μια «πολιτική στρατηγική». Το πλεονέκτημά μας έναντι του πρωτόγονου είναι καθαρά σημασιολογικό. Ονομάζουμε το σκοτάδι διαφορετικά, και με αυτή την ονοματοδοσία αυταπατώμαστε πως το ελέγχουμε. Στην πραγματικότητα, είμαστε πιο κατεχόμενοι από ποτέ, ακριβώς επειδή αρνούμαστε την ύπαρξη του κατόχου.

Για να καταλάβουμε την πτώση μας, πρέπει να καταλάβουμε τι χάσαμε. Ο Lucien Lévy-Bruhl εισήγαγε την έννοια της participation mystique (μυστικιστική συμμετοχή). Για χιλιετίες, ο άνθρωπος δεν γνώριζε το σύνορο μεταξύ του «εγώ» και του «κόσμου». Η ψυχή του ήταν χυμένη στο περιβάλλον. Τα ποτάμια είχαν βούληση, τα βουνά είχαν μνήμη, τα δάση ήταν γεμάτα από τις προβολές του ασυνειδήτου του.

Αυτή η κατάσταση, αν και μας φαίνεται σήμερα παράλογη, ήταν μια βαθιά ψυχολογική σοφία. Ο πρωτόγονος άνθρωπος, λόγω του υπανάπτυκτου εγώ του, δεν μπορούσε να ενσωματώσει τις τεράστιες, δαιμονικές δυνάμεις του ασυνειδήτου μέσα του. Αν το έκανε, θα τρελαινόταν. Έτσι, τις πρόβαλε έξω. Η φύση έγινε ο καθρέφτης και το δοχείο των εσωτερικών του συγκρούσεων. Όταν ένιωθε την καταστροφική οργή να βράζει μέσα του, την έβλεπε στον θυμωμένο Θεό του Κεραυνού. Όταν ένιωθε τον φόβο του θανάτου, τον έβλεπε στα πνεύματα των νεκρών που στοίχειωναν τη νύχτα.

Αυτή η εξωτερίκευση ήταν μια βαλβίδα ασφαλείας. Οι δαίμονες είχαν σπίτι: Ηταν οι βράχοι, τα δέντρα, τα ζώα. Και επειδή είχαν σπίτι, ο άνθρωπος ήξερε πού να τους βρει και πώς να προστατευτεί. Τα τελετουργικά και οι εξορκισμοί δεν ήταν γραφικές παραδόσεις· ήταν ψυχολογική τεχνολογία επιβίωσης απέναντι στις δυνάμεις που απειλούσαν να διαλύσουν τη συνείδηση.

Με το πέρασμα των αιώνων, η ανθρώπινη συνείδηση σκληρύνθηκε. Το «Εγώ» έγινε ένας απόρθητος πύργος και η επιστήμη άρχισε να «καθαρίζει» τη φύση από τα πνεύματα. Αποψυχοποιήσαμε τον κόσμο. Ο βράχος έγινε απλή μάζα ορυκτών, το δέντρο έγινε ξυλεία, ο άνεμος έγινε ατμοσφαιρική πίεση.

Όμως, εδώ έγκειται η παγίδα που μας περιγράφει ο Γιουνγκ: Όταν σταματάς να χρησιμοποιείς τη φύση ως καταφύγιο για τις προβολές σου, αναγκάζεις αυτές τις ενέργειες να επιστρέψουν μέσα σου. Αποσύραμε τους δαίμονες από τα δάση και τους κλείσαμε μέσα στα κεφάλια μας. Τους στερήσαμε το εξωτερικό τους πρόσωπο και τους δώσαμε καταφύγιο στο ασυνείδητό μας. Και εκεί, στο σκοτάδι της εσωτερικής μας άβυσσου, οι δαίμονες έγιναν πολύ πιο επικίνδυνοι. Ένας δαίμονας σε έναν βράχο μπορεί να σε τρομάξει· ένας δαίμονας που κατοικεί μέσα στη σκέψη σου, χωρίς να τον αναγνωρίζεις, μπορεί να σε οδηγήσει στη γενοκτονία, πιστεύοντας ταυτόχρονα πως υπηρετείς την ανθρωπότητα.

Πού βλέπουμε σήμερα την πιο καθαρή μορφή αυτής της δαιμονικής κατοχής; Στους διαδρόμους της εξουσίας. Ο Γιουνγκ είναι αμείλικτος: Η τεράστια πολιτική ισχύς, όταν δεν συνοδεύεται από μια αντίστοιχη ηθική και ψυχολογική συγκρότηση, οδηγεί αναπόφευκτα στον ψυχολογικό πληθωρισμό.

Αυτοί που μας κυβερνούν, συχνά χωρίς να το αντιλαμβάνονται, καταλαμβάνονται από το αρχέτυπο της «Θεό-Παντοδυναμίας». Πιστεύουν ότι είναι οι αρχιτέκτονες της μοίρας μας, ότι είναι ανώτεροι από τις μάζες, ότι οι νόμοι της ηθικής δεν τους αγγίζουν. Αυτή η «φουσκωμένη» στάση είναι η απόλυτη πρόσκληση προς το ασυνείδητο για μια βίαιη αντεπίθεση.

Όταν ένας ηγέτης χάνει την επαφή με την ανθρώπινη μικρότητά του, το ασυνείδητο απελευθερώνει τις δυνάμεις του σκότους για να ισορροπήσει το σύστημα. Τότε ο άνθρωπος αυτός γίνεται ένα άδειο κέλυφος, ένας αγωγός μέσα από τον οποίο δρουν οι δαίμονες της καταστροφής. Το γεγονός ότι αυτοί οι ηγέτες αυτοαποκαλούνται «σωτήρες», «αναμορφωτές» ή «υπεράνθρωποι» δεν αλλάζει το γεγονός ότι είναι κατεχόμενοι. Χρησιμοποιούν όλη την πονηριά και την ευφυΐα τους για να υπηρετήσουν έναν ασυνείδητο αφέντη που διψά για αίμα και έλεγχο.

Αλλά μην απατάστε: Η κατοχή δεν αφορά μόνο τους λίγους. Αφορά τις μάζες. Επειδή ο σύγχρονος άνθρωπος αρνείται να δεχτεί ότι το κακό κατοικεί μέσα στη δική του ψυχή, αναζητά απεγνωσμένα μια νέα «οθόνη» για να το προβάλει, αφού η φύση πλέον είναι «νεκρή».

Προβάλλουμε το ανομολόγητο σκοτάδι μας στον γείτονα, στον ξένο, στον πολιτικό αντίπαλο, στον άνθρωπο της άλλης θρησκείας ή της άλλης ιδεολογίας. Τους δαιμονοποιούμε για να νιώσουμε εμείς «καθαροί». Πείθουμε τους εαυτούς μας ότι αν εξοντώσουμε τον «εχθρό», θα εξαλείψουμε το κακό από τον κόσμο. Αυτό είναι το θεμέλιο κάθε μαζικής ψύχωσης, κάθε πολέμου και κάθε επανάστασης που κατέληξε σε λουτρό αίματος.

Όπως γράφει ο Γιουνγκ, δημιουργείται μια επικίνδυνη κατάσταση όπου αποδίδουμε κάθε ενοχλητική επίδραση σε μια «κακή θέληση» έξω από εμάς. Αυτό μας επιτρέπει να διαπράττουμε τις πιο φρικτές πράξεις στο όνομα του «καλού». Ο δαίμονας γελάει όταν μας βλέπει να σκοτώνουμε στο όνομα της ειρήνης, γιατί ξέρει ότι εκείνη τη στιγμή μας έχει κυριεύσει ολοκληρωτικά.

Τι μας απομένει λοιπόν; Η αναγνώριση. Ο Γιουνγκ δεν μας μιλάει για δαίμονες με κέρατα και ουρές, αλλά για αυτόνομες ψυχικές δυνάμεις που, όταν αγνοούνται, γίνονται καταστροφικές.

Η «αφύπνιση» δεν είναι μια ευχάριστη διαδικασία. Είναι η οδυνηρή παραδοχή ότι δεν είμαστε κύριοι στο ίδιο μας το σπίτι. Είναι η συνειδητοποίηση ότι ο «πολιτισμένος» εαυτός μας είναι ένα λεπτό στρώμα πάγου πάνω από έναν ωκεανό αρχέγονου χάους.

Πρέπει να σταματήσουμε να θαυμάζουμε την «αποψυχοποιημένη» φύση μας και να αρχίσουμε να φοβόμαστε το σκοτάδι που κρύβεται πίσω από τα μάτια μας. Οι δαίμονες απαιτούν να αναγνωριστούν. Αν δεν τους δώσουμε χώρο στη συνείδησή μας μέσω της αυτογνωσίας, θα τον πάρουν μόνοι τους μέσω της καταστροφής.

Ο σύγχρονος κόσμος δεν χρειάζεται περισσότερη τεχνολογία ή περισσότερη «λογική». Χρειάζεται έναν νέο τύπο εξορκισμού: Την ταπεινότητα να παραδεχτούμε ότι είμαστε ακόμα, στην ουσία μας, εκείνοι οι άνθρωποι που τρέμουν τη νύχτα. Μόνο που τώρα, η νύχτα δεν είναι στο δάσος. Είναι μέσα μας.